いんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερβάλλω, καταχρώμαι, ενδίδω σε υπερβολές
  2. 02 συμπεριφέρομαι ακόλαστα

Κλίση

Παρόν (απλό)
淫する
Παρόν (ευγενικό)
淫します
Άρνηση (απλή)
淫しない
Άρνηση (ευγενική)
淫しません
Παρελθόν (απλό)
淫した
Παρελθόν (ευγενικό)
淫しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
淫しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
淫しませんでした
Τε-μορφή
淫して
Δυνητική
淫できる
Προστακτική
淫しろ
Βουλητική
淫しよう
Υποθετική (ば)
淫すれば