淫する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπερβάλλω, καταχρώμαι, ενδίδω σε υπερβολές
- 02 συμπεριφέρομαι ακόλαστα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 淫する
- Παρόν (ευγενικό)
- 淫します
- Άρνηση (απλή)
- 淫しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 淫しません
- Παρελθόν (απλό)
- 淫した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 淫しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 淫しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 淫しませんでした
- Τε-μορφή
- 淫して
- Δυνητική
- 淫できる
- Προστακτική
- 淫しろ
- Βουλητική
- 淫しよう
- Υποθετική (ば)
- 淫すれば
- Υποθετική (たら)
- 淫したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 淫したい
- Απαγορευτική (~な)
- 淫するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 淫しなさい
- Παθητική
- 淫される
- Αιτιατική
- 淫させる