深入り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βαθιά ενασχόληση, βαθιά διείσδυση, το να φτάνει κανείς στα άκρα (σε κάτι)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 深入りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 深入りします
- Άρνηση (απλή)
- 深入りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 深入りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 深入りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 深入りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 深入りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 深入りしませんでした
- Τε-μορφή
- 深入りして
- Δυνητική
- 深入りできる
- Προστακτική
- 深入りしろ
- Βουλητική
- 深入りしよう
- Υποθετική (ば)
- 深入りすれば
- Υποθετική (たら)
- 深入りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 深入りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 深入りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 深入りしなさい
- Παθητική
- 深入りされる
- Αιτιατική
- 深入りさせる