しんそうそだ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατρέφομαι με ιδιαίτερη φροντίδα σε εύπορη οικογένεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
深窓に育つ
Παρόν (ευγενικό)
深窓に育ちます
Άρνηση (απλή)
深窓に育たない
Άρνηση (ευγενική)
深窓に育ちません
Παρελθόν (απλό)
深窓に育った
Παρελθόν (ευγενικό)
深窓に育ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
深窓に育たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
深窓に育ちませんでした
Τε-μορφή
深窓に育って
Δυνητική
深窓に育てる
Προστακτική
深窓に育て
Βουλητική
深窓に育とう
Υποθετική (ば)
深窓に育てば