混まざる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναμειγνύομαι, ανακατεύομαι, συνδυάζομαι, συναναστρέφομαι, μπλέκομαι, εντάσσομαι, συμμετέχω

Παραδείγματα

  • 水みずと油あぶらは混まざりません。

    Το νερό και το λάδι δεν ανακατεύονται.

  • いろいろな文化ぶんかが混まざり合あった都市としです。

    Είναι μια πόλη όπου αναμειγνύονται διάφοροι πολιτισμοί.

  • 新あたらしい環境かんきょうに慣なれて、周囲しゅういと自然しぜんに混まざれるようになりました。

    Συνήθισα στο νέο περιβάλλον και πλέον μπορώ να ενσωματωθώ φυσικά με τους γύρω μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
混ざる
Παρόν (ευγενικό)
混ざります
Άρνηση (απλή)
混ざらない
Άρνηση (ευγενική)
混ざりません
Παρελθόν (απλό)
混ざった
Παρελθόν (ευγενικό)
混ざりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
混ざらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
混ざりませんでした
Τε-μορφή
混ざって
Δυνητική
混ざれる
Προστακτική
混ざれ
Βουλητική
混ざろう
Υποθετική (ば)
混ざれば