こんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναμειγνύομαι με, ανακατεύομαι με

Κλίση

Παρόν (απλό)
混ずる
Παρόν (ευγενικό)
混ずます
Άρνηση (απλή)
混ずない
Άρνηση (ευγενική)
混ずません
Παρελθόν (απλό)
混ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
混ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
混ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
混ずませんでした
Τε-μορφή
混ずて
Δυνητική
混ずられる
Προστακτική
混ずろ
Βουλητική
混ずよう
Υποθετική (ば)
混ずれば