ぜっかえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακατεύω καλά, αναμειγνύω επιμελώς
  2. 02 διακόπτω (με αστείο, σαρκαστικό σχόλιο, κ.λπ.), παρεμβάλλομαι (με ειρωνικό σχόλιο), κοροϊδεύω (αυτό που λέει κάποιος), πειράζω, χλευάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
混ぜっ返す
Παρόν (ευγενικό)
混ぜっ返します
Άρνηση (απλή)
混ぜっ返さない
Άρνηση (ευγενική)
混ぜっ返しません
Παρελθόν (απλό)
混ぜっ返した
Παρελθόν (ευγενικό)
混ぜっ返しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
混ぜっ返さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
混ぜっ返しませんでした
Τε-μορφή
混ぜっ返して
Δυνητική
混ぜっ返せる
Προστακτική
混ぜっ返せ
Βουλητική
混ぜっ返そう
Υποθετική (ば)
混ぜっ返せば