こんせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γενική σύρραξη, ακατάστατη μάχη, συμπλοκή
  2. 02 αμφίρροπος αγώνας, σκληρή αναμέτρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
混戦する
Παρόν (ευγενικό)
混戦します
Άρνηση (απλή)
混戦しない
Άρνηση (ευγενική)
混戦しません
Παρελθόν (απλό)
混戦した
Παρελθόν (ευγενικό)
混戦しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
混戦しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
混戦しませんでした
Τε-μορφή
混戦して
Δυνητική
混戦できる
Προστακτική
混戦しろ
Βουλητική
混戦しよう
Υποθετική (ば)
混戦すれば