こんしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκαλλιέργεια
  2. 02 μικτή στοιχειοθεσία

Κλίση

Παρόν (απλό)
混植する
Παρόν (ευγενικό)
混植します
Άρνηση (απλή)
混植しない
Άρνηση (ευγενική)
混植しません
Παρελθόν (απλό)
混植した
Παρελθόν (ευγενικό)
混植しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
混植しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
混植しませんでした
Τε-μορφή
混植して
Δυνητική
混植できる
Προστακτική
混植しろ
Βουλητική
混植しよう
Υποθετική (ば)
混植すれば