混紡
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύμμεικτο νήμα, σύμμεικτη κλωστοϋφαντουργία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 混紡する
- Παρόν (ευγενικό)
- 混紡します
- Άρνηση (απλή)
- 混紡しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 混紡しません
- Παρελθόν (απλό)
- 混紡した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 混紡しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 混紡しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 混紡しませんでした
- Τε-μορφή
- 混紡して
- Δυνητική
- 混紡できる
- Προστακτική
- 混紡しろ
- Βουλητική
- 混紡しよう
- Υποθετική (ば)
- 混紡すれば
- Υποθετική (たら)
- 混紡したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 混紡したい
- Απαγορευτική (~な)
- 混紡するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 混紡しなさい
- Παθητική
- 混紡される
- Αιτιατική
- 混紡させる