こんせん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασταύρωση γραμμών, επαφή καλωδίων, διαφωνία ( crosstalk)
  2. 02 μπέρδεμα (διαφορετικών θεμάτων σε μια συζήτηση), σύγχυση, παρεξήγηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
混線する
Παρόν (ευγενικό)
混線します
Άρνηση (απλή)
混線しない
Άρνηση (ευγενική)
混線しません
Παρελθόν (απλό)
混線した
Παρελθόν (ευγενικό)
混線しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
混線しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
混線しませんでした
Τε-μορφή
混線して
Δυνητική
混線できる
Προστακτική
混線しろ
Βουλητική
混線しよう
Υποθετική (ば)
混線すれば