こんよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πολυκαλλιέργεια (υδατοκαλλιέργεια)

Κλίση

Παρόν (απλό)
混養する
Παρόν (ευγενικό)
混養します
Άρνηση (απλή)
混養しない
Άρνηση (ευγενική)
混養しません
Παρελθόν (απλό)
混養した
Παρελθόν (ευγενικό)
混養しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
混養しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
混養しませんでした
Τε-μορφή
混養して
Δυνητική
混養できる
Προστακτική
混養しろ
Βουλητική
混養しよう
Υποθετική (ば)
混養すれば