添い遂げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραμένω παντρεμένος για όλη μου τη ζωή, ζήω ως ανδρόγυνο μέχρι τον θάνατο
- 02 καταφέρνω να παντρευτώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 添い遂げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 添い遂げます
- Άρνηση (απλή)
- 添い遂げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 添い遂げません
- Παρελθόν (απλό)
- 添い遂げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 添い遂げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 添い遂げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 添い遂げませんでした
- Τε-μορφή
- 添い遂げて
- Δυνητική
- 添い遂げられる
- Προστακτική
- 添い遂げろ
- Βουλητική
- 添い遂げよう
- Υποθετική (ば)
- 添い遂げれば
- Υποθετική (たら)
- 添い遂げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 添い遂げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 添い遂げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 添い遂げなさい
- Παθητική
- 添い遂げられる
- Αιτιατική
- 添い遂げさせる