添う
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανταποκρίνομαι (σε επιθυμίες, προσδοκίες, κ.λπ.), ικανοποιώ, συμμορφώνομαι, ανταπεξέρχομαι
- 02 συνοδεύω, πηγαίνω μαζί, στέκομαι στο πλευρό κάποιου
- 03 συναναστρέφομαι (κάποιον), κάνω παρέα
- 04 ειδικά ως 添う παντρεύομαι, νυμφεύομαι
- 05 ειδικά ως 添う προστίθεμαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 添う
- Παρόν (ευγενικό)
- 添います
- Άρνηση (απλή)
- 添わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 添いません
- Παρελθόν (απλό)
- 添った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 添いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 添わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 添いませんでした
- Τε-μορφή
- 添って
- Δυνητική
- 添える
- Προστακτική
- 添え
- Βουλητική
- 添おう
- Υποθετική (ば)
- 添えば
- Υποθετική (たら)
- 添ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 添いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 添うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 添いなさい
- Παθητική
- 添われる
- Αιτιατική
- 添わせる