わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδεύω, βάζω κάποιον να συνοδεύσει
  2. 02 παντρεύω, ενώνω με τα δεσμά του γάμου

Κλίση

Παρόν (απλό)
添わせる
Παρόν (ευγενικό)
添わせます
Άρνηση (απλή)
添わせない
Άρνηση (ευγενική)
添わせません
Παρελθόν (απλό)
添わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
添わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
添わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
添わせませんでした
Τε-μορφή
添わせて
Δυνητική
添わせられる
Προστακτική
添わせろ
Βουλητική
添わせよう
Υποθετική (ば)
添わせれば