添わせる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνοδεύω, βάζω κάποιον να συνοδεύσει
- 02 παντρεύω, ενώνω με τα δεσμά του γάμου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 添わせる
- Παρόν (ευγενικό)
- 添わせます
- Άρνηση (απλή)
- 添わせない
- Άρνηση (ευγενική)
- 添わせません
- Παρελθόν (απλό)
- 添わせた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 添わせました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 添わせなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 添わせませんでした
- Τε-μορφή
- 添わせて
- Δυνητική
- 添わせられる
- Προστακτική
- 添わせろ
- Βουλητική
- 添わせよう
- Υποθετική (ば)
- 添わせれば
- Υποθετική (たら)
- 添わせたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 添わせたい
- Απαγορευτική (~な)
- 添わせるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 添わせなさい
- Παθητική
- 添わせられる
- Αιτιατική
- 添わせさせる