きよ

επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθαρός, διαυγής
  2. 02 αγνός, έντιμος, καθαρός, αθώος, πλατωνικός, αγνός

Κλίση

Παρόν (απλό)
清い
Παρόν (ευγενικό)
清いです
Άρνηση (απλή)
清くない
Άρνηση (ευγενική)
清くないです
Παρελθόν (απλό)
清かった
Παρελθόν (ευγενικό)
清かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
清くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
清くなかったです
Τε-μορφή
清くて
Υποθετική (ば)
清ければ