清拭き
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σκούπισμα με στεγνό πανί αφού έχει προηγηθεί σκούπισμα με βρεγμένο πανί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 清拭きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 清拭きします
- Άρνηση (απλή)
- 清拭きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 清拭きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 清拭きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 清拭きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 清拭きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 清拭きしませんでした
- Τε-μορφή
- 清拭きして
- Δυνητική
- 清拭きできる
- Προστακτική
- 清拭きしろ
- Βουλητική
- 清拭きしよう
- Υποθετική (ば)
- 清拭きすれば
- Υποθετική (たら)
- 清拭きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 清拭きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 清拭きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 清拭きしなさい
- Παθητική
- 清拭きされる
- Αιτιατική
- 清拭きさせる