かっ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διψώ, ξεραίνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
渇す
Παρόν (ευγενικό)
渇します
Άρνηση (απλή)
渇さない
Άρνηση (ευγενική)
渇しません
Παρελθόν (απλό)
渇した
Παρελθόν (ευγενικό)
渇しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渇さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渇しませんでした
Τε-μορφή
渇して
Δυνητική
渇せる
Προστακτική
渇せ
Βουλητική
渇そう
Υποθετική (ば)
渇せば