渇に臨みて井を掘る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός αποτυγχάνω να κάνω έγκαιρες προετοιμασίες, δεν σκάβω πηγάδι παρά μόνο όταν διψάσω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 渇に臨みて井を掘る
- Παρόν (ευγενικό)
- 渇に臨みて井を掘ります
- Άρνηση (απλή)
- 渇に臨みて井を掘らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 渇に臨みて井を掘りません
- Παρελθόν (απλό)
- 渇に臨みて井を掘った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 渇に臨みて井を掘りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 渇に臨みて井を掘らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 渇に臨みて井を掘りませんでした
- Τε-μορφή
- 渇に臨みて井を掘って
- Δυνητική
- 渇に臨みて井を掘れる
- Προστακτική
- 渇に臨みて井を掘れ
- Βουλητική
- 渇に臨みて井を掘ろう
- Υποθετική (ば)
- 渇に臨みて井を掘れば
- Υποθετική (たら)
- 渇に臨みて井を掘ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 渇に臨みて井を掘りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 渇に臨みて井を掘るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 渇に臨みて井を掘りなさい
- Παθητική
- 渇に臨みて井を掘られる
- Αιτιατική
- 渇に臨みて井を掘らせる