かつのぞみてせい穿うが

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία αποτυγχάνω να κάνω έγκαιρες προετοιμασίες, δεν σκάβω πηγάδι παρά μόνο όταν διψάσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
渇に臨みて井を穿つ
Παρόν (ευγενικό)
渇に臨みて井を穿ちます
Άρνηση (απλή)
渇に臨みて井を穿たない
Άρνηση (ευγενική)
渇に臨みて井を穿ちません
Παρελθόν (απλό)
渇に臨みて井を穿った
Παρελθόν (ευγενικό)
渇に臨みて井を穿ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渇に臨みて井を穿たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渇に臨みて井を穿ちませんでした
Τε-μορφή
渇に臨みて井を穿って
Δυνητική
渇に臨みて井を穿てる
Προστακτική
渇に臨みて井を穿て
Βουλητική
渇に臨みて井を穿とう
Υποθετική (ば)
渇に臨みて井を穿てば