済ませる
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ολοκληρώνω, τελειώνω, περαιώνω, βάζω τέλος σε κάτι
- 02 βολεύομαι, αρκούμαι, τα βγάζω πέρα (με κάτι)
- 03 επιλύω, τακτοποιώ, διευθετώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 済ませる
- Παρόν (ευγενικό)
- 済ませます
- Άρνηση (απλή)
- 済ませない
- Άρνηση (ευγενική)
- 済ませません
- Παρελθόν (απλό)
- 済ませた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 済ませました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 済ませなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 済ませませんでした
- Τε-μορφή
- 済ませて
- Δυνητική
- 済ませられる
- Προστακτική
- 済ませろ
- Βουλητική
- 済ませよう
- Υποθετική (ば)
- 済ませれば
- Υποθετική (たら)
- 済ませたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 済ませたい
- Απαγορευτική (~な)
- 済ませるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 済ませなさい
- Παθητική
- 済ませられる
- Αιτιατική
- 済ませさせる