さい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λύτρωση, σωτηρία

Κλίση

Παρόν (απλό)
済度する
Παρόν (ευγενικό)
済度します
Άρνηση (απλή)
済度しない
Άρνηση (ευγενική)
済度しません
Παρελθόν (απλό)
済度した
Παρελθόν (ευγενικό)
済度しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
済度しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
済度しませんでした
Τε-μορφή
済度して
Δυνητική
済度できる
Προστακτική
済度しろ
Βουλητική
済度しよう
Υποθετική (ば)
済度すれば