しぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διστάζω (να κάνω κάτι), αρνούμαι, οκνεύω, φειδώμαι, καθυστερώ, αναβάλλω
  2. 02 χωλαίνω, χαλαρώνω, επιβραδύνω
  3. 03 έχω συνεχή ανάγκη για αφόδευση με δυσκολία στην αποβολή κοπράνων, πάσχω από τεινεσμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
渋る
Παρόν (ευγενικό)
渋ります
Άρνηση (απλή)
渋らない
Άρνηση (ευγενική)
渋りません
Παρελθόν (απλό)
渋った
Παρελθόν (ευγενικό)
渋りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渋らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渋りませんでした
Τε-μορφή
渋って
Δυνητική
渋れる
Προστακτική
渋れ
Βουλητική
渋ろう
Υποθετική (ば)
渋れば