じゅうたい

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κυκλοφοριακή συμφόρηση, μποτιλιάρισμα
  2. 02 καθυστέρηση, στασιμότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
渋滞する
Παρόν (ευγενικό)
渋滞します
Άρνηση (απλή)
渋滞しない
Άρνηση (ευγενική)
渋滞しません
Παρελθόν (απλό)
渋滞した
Παρελθόν (ευγενικό)
渋滞しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渋滞しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渋滞しませんでした
Τε-μορφή
渋滞して
Δυνητική
渋滞できる
Προστακτική
渋滞しろ
Βουλητική
渋滞しよう
Υποθετική (ば)
渋滞すれば