かんさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάλυση, αποσύνθεση
  2. 02 διαλύω, αποσυνθέτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
渙散する
Παρόν (ευγενικό)
渙散します
Άρνηση (απλή)
渙散しない
Άρνηση (ευγενική)
渙散しません
Παρελθόν (απλό)
渙散した
Παρελθόν (ευγενικό)
渙散しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渙散しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渙散しませんでした
Τε-μορφή
渙散して
Δυνητική
渙散できる
Προστακτική
渙散しろ
Βουλητική
渙散しよう
Υποθετική (ば)
渙散すれば