げんじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελαττώνομαι, μειώνομαι, λιγοστεύω, υποχωρώ
  2. 02 ελαττώνω, μειώνω, περικόπτω, μετριάζω, περιορίζω
  3. 03 αφαιρώ, παρακρατώ, αφαιρώ από το σύνολο

Κλίση

Παρόν (απλό)
減じる
Παρόν (ευγενικό)
減じます
Άρνηση (απλή)
減じない
Άρνηση (ευγενική)
減じません
Παρελθόν (απλό)
減じた
Παρελθόν (ευγενικό)
減じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
減じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
減じませんでした
Τε-μορφή
減じて
Δυνητική
減じられる
Προστακτική
減じろ
Βουλητική
減じよう
Υποθετική (ば)
減じれば