げん便びん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μείωση δρομολογίων (πτήσεων, λεωφορείων κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
減便する
Παρόν (ευγενικό)
減便します
Άρνηση (απλή)
減便しない
Άρνηση (ευγενική)
減便しません
Παρελθόν (απλό)
減便した
Παρελθόν (ευγενικό)
減便しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
減便しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
減便しませんでした
Τε-μορφή
減便して
Δυνητική
減便できる
Προστακτική
減便しろ
Βουλητική
減便しよう
Υποθετική (ば)
減便すれば