減免
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μείωση και απαλλαγή (π.χ. φόρων), ελάφρυνση και άφεση (π.χ. στο ποινικό δίκαιο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 減免する
- Παρόν (ευγενικό)
- 減免します
- Άρνηση (απλή)
- 減免しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 減免しません
- Παρελθόν (απλό)
- 減免した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 減免しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 減免しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 減免しませんでした
- Τε-μορφή
- 減免して
- Δυνητική
- 減免できる
- Προστακτική
- 減免しろ
- Βουλητική
- 減免しよう
- Υποθετική (ば)
- 減免すれば
- Υποθετική (たら)
- 減免したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 減免したい
- Απαγορευτική (~な)
- 減免するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 減免しなさい
- Παθητική
- 減免される
- Αιτιατική
- 減免させる