減歩
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναδιανομή ιδιωτικής γης για δημόσια χρήση (π.χ. πάρκα, δρόμοι), μείωση της έκτασης ιδιωτικής γης μετά από αναδασμό, περιορισμός της ιδιωτικής γης για την απόδοσή της σε δημόσιες χρήσεις
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 減歩する
- Παρόν (ευγενικό)
- 減歩します
- Άρνηση (απλή)
- 減歩しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 減歩しません
- Παρελθόν (απλό)
- 減歩した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 減歩しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 減歩しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 減歩しませんでした
- Τε-μορφή
- 減歩して
- Δυνητική
- 減歩できる
- Προστακτική
- 減歩しろ
- Βουλητική
- 減歩しよう
- Υποθετική (ば)
- 減歩すれば
- Υποθετική (たら)
- 減歩したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 減歩したい
- Απαγορευτική (~な)
- 減歩するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 減歩しなさい
- Παθητική
- 減歩される
- Αιτιατική
- 減歩させる