わた

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παλεύω, διασταυρώνω τα ξίφη μου, ανταγωνίζομαι
  2. 02 διαπληκτίζομαι, φιλονικώ, αντιδικώ, συζητώ έντονα

Κλίση

Παρόν (απλό)
渡り合う
Παρόν (ευγενικό)
渡り合います
Άρνηση (απλή)
渡り合わない
Άρνηση (ευγενική)
渡り合いません
Παρελθόν (απλό)
渡り合った
Παρελθόν (ευγενικό)
渡り合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渡り合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渡り合いませんでした
Τε-μορφή
渡り合って
Δυνητική
渡り合える
Προστακτική
渡り合え
Βουλητική
渡り合おう
Υποθετική (ば)
渡り合えば