ぎょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφορά ιερού αντικειμένου από τον χώρο όπου φυλάσσεται
  2. 02 αυτοκρατορική πομπή

Κλίση

Παρόν (απλό)
渡御する
Παρόν (ευγενικό)
渡御します
Άρνηση (απλή)
渡御しない
Άρνηση (ευγενική)
渡御しません
Παρελθόν (απλό)
渡御した
Παρελθόν (ευγενικό)
渡御しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渡御しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渡御しませんでした
Τε-μορφή
渡御して
Δυνητική
渡御できる
Προστακτική
渡御しろ
Βουλητική
渡御しよう
Υποθετική (ば)
渡御すれば