ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάβαση στις Φιλιππίνες, μετοίκηση στις Φιλιππίνες, μετανάστευση στις Φιλιππίνες

Κλίση

Παρόν (απλό)
渡比する
Παρόν (ευγενικό)
渡比します
Άρνηση (απλή)
渡比しない
Άρνηση (ευγενική)
渡比しません
Παρελθόν (απλό)
渡比した
Παρελθόν (ευγενικό)
渡比しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渡比しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渡比しませんでした
Τε-μορφή
渡比して
Δυνητική
渡比できる
Προστακτική
渡比しろ
Βουλητική
渡比しよう
Υποθετική (ば)
渡比すれば