うず

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στροβιλίζομαι, δημιουργώ δίνες, κυματίζω (για καπνό)
  2. 02 στροβιλίζομαι (για συναισθήματα, σκέψεις κ.λπ.), ξεσπώ, κατακλύζω

Παραδείγματα

  • みず渦巻うずま

    Το νερό στροβιλίζεται.

  • そらくろくも渦巻うずまいている。

    Μαύρα σύννεφα στροβιλίζονται στον ουρανό.

  • まちには様々さまざまうわさ渦巻うずまいており、真実しんじつえなくなっていた。

    Στην πόλη κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες, κάνοντας δύσκολο να διακρίνει κανείς την αλήθεια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
渦巻く
Παρόν (ευγενικό)
渦巻きます
Άρνηση (απλή)
渦巻かない
Άρνηση (ευγενική)
渦巻きません
Παρελθόν (απλό)
渦巻いた
Παρελθόν (ευγενικό)
渦巻きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
渦巻かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
渦巻きませんでした
Τε-μορφή
渦巻いて
Δυνητική
渦巻ける
Προστακτική
渦巻け
Βουλητική
渦巻こう
Υποθετική (ば)
渦巻けば