温々
επίρρημα, ρήμα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ζεστασιά, άνετα, θαλπωρά
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ξέγνοιαστα, εύκολα, με ασφάλεια, χωρίς δυσκολίες
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα φρεσκοφτιαγμένος και ακόμα ζεστός
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα απερίσκεπτα, ξεδιάντροπα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 温々する
- Παρόν (ευγενικό)
- 温々します
- Άρνηση (απλή)
- 温々しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 温々しません
- Παρελθόν (απλό)
- 温々した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 温々しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 温々しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 温々しませんでした
- Τε-μορφή
- 温々して
- Δυνητική
- 温々できる
- Προστακτική
- 温々しろ
- Βουλητική
- 温々しよう
- Υποθετική (ば)
- 温々すれば
- Υποθετική (たら)
- 温々したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 温々したい
- Απαγορευτική (~な)
- 温々するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 温々しなさい
- Παθητική
- 温々される
- Αιτιατική
- 温々させる