おんだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπερθέρμανση (του πλανήτη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
温暖化する
Παρόν (ευγενικό)
温暖化します
Άρνηση (απλή)
温暖化しない
Άρνηση (ευγενική)
温暖化しません
Παρελθόν (απλό)
温暖化した
Παρελθόν (ευγενικό)
温暖化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
温暖化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
温暖化しませんでした
Τε-μορφή
温暖化して
Δυνητική
温暖化できる
Προστακτική
温暖化しろ
Βουλητική
温暖化しよう
Υποθετική (ば)
温暖化すれば