そく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντοπισμός θέσης, μέτρηση θέσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
測位する
Παρόν (ευγενικό)
測位します
Άρνηση (απλή)
測位しない
Άρνηση (ευγενική)
測位しません
Παρελθόν (απλό)
測位した
Παρελθόν (ευγενικό)
測位しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
測位しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
測位しませんでした
Τε-μορφή
測位して
Δυνητική
測位できる
Προστακτική
測位しろ
Βουλητική
測位しよう
Υποθετική (ば)
測位すれば