湛える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γεμίζω, είμαι γεμάτος
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εκφράζω, αποπνέω, φοράω (π.χ. ένα χαμόγελο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 湛える
- Παρόν (ευγενικό)
- 湛えます
- Άρνηση (απλή)
- 湛えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 湛えません
- Παρελθόν (απλό)
- 湛えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 湛えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 湛えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 湛えませんでした
- Τε-μορφή
- 湛えて
- Δυνητική
- 湛えられる
- Προστακτική
- 湛えろ
- Βουλητική
- 湛えよう
- Υποθετική (ば)
- 湛えれば
- Υποθετική (たら)
- 湛えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 湛えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 湛えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 湛えなさい
- Παθητική
- 湛えられる
- Αιτιατική
- 湛えさせる