湧わく

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναβλύζω, ξεπηδώ, αναπηδώ
  2. 02 αναδύομαι, εμφανίζομαι (ξαφνικά) (για ιδρώτα, δάκρυα κ.λπ.), ιδρώνω, δακρύζω
  3. 03 νιώθω συναισθήματα (π.χ. χαρά, θάρρος κ.λπ.), αναφύομαι, αναδύομαι, γεννιέμαι (π.χ. ιδέα, συναισθήματα, σύννεφα), ανακύπτω
  4. 04 εκκολάπτομαι, αναπαράγομαι, πολλαπλασιάζομαι, γεμίζω (με παράσιτα, έντομα κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 勇気ゆうきが湧わく。

    Νιώθω κουράγιο.

  • この土地とちには温泉おんせんが湧わきます。

    Σε αυτήν την περιοχή αναβλύζουν ιαματικές πηγές.

  • 困難こんなんな状況じょうきょうで突然とつぜん、彼かれの心こころに解決策かいけつさくが湧わき、皆みなを驚おどろかせた。

    Σε μια δύσκολη κατάσταση, του ήρθε ξαφνικά μια λύση στο μυαλό, εκπλήσσοντας όλους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
湧く
Παρόν (ευγενικό)
湧きます
Άρνηση (απλή)
湧かない
Άρνηση (ευγενική)
湧きません
Παρελθόν (απλό)
湧いた
Παρελθόν (ευγενικό)
湧きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
湧かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
湧きませんでした
Τε-μορφή
湧いて
Δυνητική
湧ける
Προστακτική
湧け
Βουλητική
湧こう
Υποθετική (ば)
湧けば