あたり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζαλάδα που προκαλείται από παρατεταμένο ζεστό λουτρό

Κλίση

Παρόν (απλό)
湯あたりする
Παρόν (ευγενικό)
湯あたりします
Άρνηση (απλή)
湯あたりしない
Άρνηση (ευγενική)
湯あたりしません
Παρελθόν (απλό)
湯あたりした
Παρελθόν (ευγενικό)
湯あたりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
湯あたりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
湯あたりしませんでした
Τε-μορφή
湯あたりして
Δυνητική
湯あたりできる
Προστακτική
湯あたりしろ
Βουλητική
湯あたりしよう
Υποθετική (ば)
湯あたりすれば