湯気を立てて怒る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βράζω από θυμό, κοχλάζω από οργή, γίνομαι πυρ και μανία, αφρίζω από το κακό μου, εκρήγνυμαι από οργή
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 湯気を立てて怒る
- Παρόν (ευγενικό)
- 湯気を立てて怒ります
- Άρνηση (απλή)
- 湯気を立てて怒らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 湯気を立てて怒りません
- Παρελθόν (απλό)
- 湯気を立てて怒った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 湯気を立てて怒りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 湯気を立てて怒らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 湯気を立てて怒りませんでした
- Τε-μορφή
- 湯気を立てて怒って
- Δυνητική
- 湯気を立てて怒れる
- Προστακτική
- 湯気を立てて怒れ
- Βουλητική
- 湯気を立てて怒ろう
- Υποθετική (ば)
- 湯気を立てて怒れば
- Υποθετική (たら)
- 湯気を立てて怒ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 湯気を立てて怒りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 湯気を立てて怒るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 湯気を立てて怒りなさい
- Παθητική
- 湯気を立てて怒られる
- Αιτιατική
- 湯気を立てて怒らせる