どお

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμβάπτιση (υφάσματος) σε χλιαρό νερό (για μαλάκωμα και αφαίρεση του κόλλαρα), αποκόλληση, ύγρανση με ατμό
  2. 02 ζεμάτισμα (τροφίμων), ελαφρύ βράσιμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
湯通しする
Παρόν (ευγενικό)
湯通しします
Άρνηση (απλή)
湯通ししない
Άρνηση (ευγενική)
湯通ししません
Παρελθόν (απλό)
湯通しした
Παρελθόν (ευγενικό)
湯通ししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
湯通ししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
湯通ししませんでした
Τε-μορφή
湯通しして
Δυνητική
湯通しできる
Προστακτική
湯通ししろ
Βουλητική
湯通ししよう
Υποθετική (ば)
湯通しすれば