たす

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ικανοποιώ (συνθήκες, την όρεξη κάποιου κ.λπ.), ανταποκρίνομαι (π.χ. σε απαιτήσεις), εκπληρώνω, ευχαριστώ
  2. 02 γεμίζω (π.χ. ένα φλιτζάνι), συσκευάζω, προμηθεύω, παρέχω

Παραδείγματα

  • この条件じょうけんたす必要ひつようがあります。

    Πρέπει να πληροίτε αυτήν την προϋπόθεση.

  • 顧客こきゃく期待きたいたすため、品質ひんしつ向上こうじょうつとめています。

    Προσπαθούμε να βελτιώνουμε την ποιότητα για να ικανοποιούμε τις προσδοκίες των πελατών μας.

  • 現代社会げんだいしゃかいにおいて、多様たよう価値観かちかん人々ひとびとのニーズをたすことは非常ひじょう重要じゅうようです。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, είναι εξαιρετικά σημαντικό να καλύπτουμε τις ανάγκες ανθρώπων με διαφορετικές αξίες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
満たす
Παρόν (ευγενικό)
満たします
Άρνηση (απλή)
満たさない
Άρνηση (ευγενική)
満たしません
Παρελθόν (απλό)
満たした
Παρελθόν (ευγενικό)
満たしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
満たさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
満たしませんでした
Τε-μορφή
満たして
Δυνητική
満たせる
Προστακτική
満たせ
Βουλητική
満たそう
Υποθετική (ば)
満たせば