満ち溢れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είμαι γεμάτος από κάτι (π.χ. περιπέτεια, νιότη, ενέργεια), ξεχειλίζω από
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 満ち溢れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 満ち溢れます
- Άρνηση (απλή)
- 満ち溢れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 満ち溢れません
- Παρελθόν (απλό)
- 満ち溢れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 満ち溢れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 満ち溢れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 満ち溢れませんでした
- Τε-μορφή
- 満ち溢れて
- Δυνητική
- 満ち溢れられる
- Προστακτική
- 満ち溢れろ
- Βουλητική
- 満ち溢れよう
- Υποθετική (ば)
- 満ち溢れれば
- Υποθετική (たら)
- 満ち溢れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 満ち溢れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 満ち溢れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 満ち溢れなさい
- Παθητική
- 満ち溢れられる
- Αιτιατική
- 満ち溢れさせる