満載
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πλήρες φορτίο, φόρτωση στο μέγιστο της χωρητικότητας, μεταφορά πλήρους φορτίου
- 02 κατάμεστος (με άρθρα, φωτογραφίες κ.λπ. σε εφημερίδα ή περιοδικό)
- 03 γεμάτος από (π.χ. διασκέδαση, ενθουσιασμό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 満載する
- Παρόν (ευγενικό)
- 満載します
- Άρνηση (απλή)
- 満載しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 満載しません
- Παρελθόν (απλό)
- 満載した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 満載しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 満載しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 満載しませんでした
- Τε-μορφή
- 満載して
- Δυνητική
- 満載できる
- Προστακτική
- 満載しろ
- Βουλητική
- 満載しよう
- Υποθετική (ば)
- 満載すれば
- Υποθετική (たら)
- 満載したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 満載したい
- Απαγορευτική (~な)
- 満載するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 満載しなさい
- Παθητική
- 満載される
- Αιτιατική
- 満載させる