まんべんなく

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ομοιόμορφα, διεξοδικά, παντού, ομοιόμορφα, χωρίς εξαίρεση, ολόγυρα