まんめんしゅそそ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σπάνιο κοκκινίζω από ντροπή ή θυμό (όταν το πρόσωπο κατακόκκινο γεμίζει αίμα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
満面朱を注ぐ
Παρόν (ευγενικό)
満面朱を注ぎます
Άρνηση (απλή)
満面朱を注がない
Άρνηση (ευγενική)
満面朱を注ぎません
Παρελθόν (απλό)
満面朱を注いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
満面朱を注ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
満面朱を注がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
満面朱を注ぎませんでした
Τε-μορφή
満面朱を注いで
Δυνητική
満面朱を注げる
Προστακτική
満面朱を注げ
Βουλητική
満面朱を注ごう
Υποθετική (ば)
満面朱を注げば