じゅんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμμορφώνομαι με (κανόνα, προηγούμενο κ.λπ.), ακολουθώ, εφαρμόζω αναλογικά
  2. 02 είμαι ανάλογος με
  3. 03 αντιστοιχώ σε, ισοδυναμώ με, αντιμετωπίζομαι κατά τον ίδιο τρόπο με

Κλίση

Παρόν (απλό)
準ずる
Παρόν (ευγενικό)
準ずます
Άρνηση (απλή)
準ずない
Άρνηση (ευγενική)
準ずません
Παρελθόν (απλό)
準ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
準ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
準ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
準ずませんでした
Τε-μορφή
準ずて
Δυνητική
準ずられる
Προστακτική
準ずろ
Βουλητική
準ずよう
Υποθετική (ば)
準ずれば