じゅんきょうせいせいこうとうざい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδίκημα της κατ' επίφαση αναγκαστικής γενετήσιας πράξης (π.χ. θύμα σε κατάσταση ύπνου ή μέθης)