じゅんよう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εφαρμόζω αναλόγως, εφαρμόζω με τις απαραίτητες τροποποιήσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
準用する
Παρόν (ευγενικό)
準用します
Άρνηση (απλή)
準用しない
Άρνηση (ευγενική)
準用しません
Παρελθόν (απλό)
準用した
Παρελθόν (ευγενικό)
準用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
準用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
準用しませんでした
Τε-μορφή
準用して
Δυνητική
準用できる
Προστακτική
準用しろ
Βουλητική
準用しよう
Υποθετική (ば)
準用すれば