溢れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: あふれる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αποτυγχάνω (σε εύρεση εργασίας), χάνω την ευκαιρία (στο ψάρεμα, στο κυνήγι κ.λπ.)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μένω εκτός, παραγκωνίζομαι λόγω συνωστισμού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 溢れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 溢れます
- Άρνηση (απλή)
- 溢れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 溢れません
- Παρελθόν (απλό)
- 溢れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 溢れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 溢れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 溢れませんでした
- Τε-μορφή
- 溢れて
- Δυνητική
- 溢れられる
- Προστακτική
- 溢れろ
- Βουλητική
- 溢れよう
- Υποθετική (ば)
- 溢れれば
- Υποθετική (たら)
- 溢れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 溢れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 溢れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 溢れなさい
- Παθητική
- 溢れられる
- Αιτιατική
- 溢れさせる