溶とかす

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λιώνω, υγροποιώ, ξεπαγώνω
  2. 02 διαλύω (σε υγρό), φέρνω σε διάλυση
  3. 03 καθομιλουμένη χάνω (χρήματα, μέσω τζόγου κ.λπ.), κατασπαταλώ

Παραδείγματα

  • 氷こおりを溶とかします。

    Λιώνω τον πάγο.

  • 砂糖さとうをコーヒーに溶とかします。

    Διαλύω τη ζάχαρη στον καφέ.

  • 彼かれの優やさしい言葉ことばが、私わたしの凍こごりついた心こころをゆっくりと溶とかしていった。

    Τα γλυκά του λόγια έλιωσαν σιγά σιγά την παγωμένη μου καρδιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
溶かす
Παρόν (ευγενικό)
溶かします
Άρνηση (απλή)
溶かさない
Άρνηση (ευγενική)
溶かしません
Παρελθόν (απλό)
溶かした
Παρελθόν (ευγενικό)
溶かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
溶かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
溶かしませんでした
Τε-μορφή
溶かして
Δυνητική
溶かせる
Προστακτική
溶かせ
Βουλητική
溶かそう
Υποθετική (ば)
溶かせば